Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κραιπάλη

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: κραιπᾰλη Medium diacritics: κραιπάλη Low diacritics: κραιπάλη Capitals: ΚΡΑΙΠΑΛΗ
Transliteration A: kraipálē Transliteration B: kraipalē Transliteration C: kraipali Beta Code: kraipa/lh

English (LSJ)

ἡ,

   A drinking-bout, ἐκ κραιπάλης Ar.Ach.277, V.1255; τὰς κεφαλὰς ὑγιεῖς ἔχειν ἐκ κ. Alex. 9.8; κ. καὶ μέθη Ev.Luc.21.34; χθεσινὴ κ. Luc.Laps.1, cf. Procop. Goth.1.3.    2 intoxication, Men.Kol.47, Alciphr.1.37, Them.Or. 2.36a.    3 drunken headache, Hp.Aër.3, Arist.Pr.873a37, etc.

Greek (Liddell-Scott)

κραιπάλη: ᾰ, ἡ, τὸ ἀποτέλεσμα πολυποσίας, κεφαλαλγία ἐκ πολυποσίας, ναυτία ἢ πρὸς ἔμετον τάσις, Λατ. crāpula, Ἱππ. π. Ἀέρ. 281, κτλ.· ἐκ κραιπάλης, κατόπιν μέθης, Ἀριστοφ. Ἀχ. 277, Σφ. 1255· τὰς κεφαλὰς ὑγιεῖς ἔχειν ἐκ κραιπάλης Ἄλεξ. ἐν «Αἰσώτῳ» 1. 8· χθεσινὴ κρ. Λουκ. ὑπὲρ Πταίσμ. 1· πρβλ. Οὐεργιλ. Ἐκλογ. 6. 15, inflatum hesterno Iaccho. (Πιθαν. ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης ἐξ ἧς τὸ κραιπνός, ἴδε Κουρτ. Cr. Et. ἀρ. 41)

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
lourdeur de tête produite par l’ivresse ; ivresse, ivrognerie.
Étymologie: DELG mot populaire obscur.

English (Strong)

probably from the same as ἁρπάζω; properly, a headache (as a seizure of pain) from drunkenness, i.e. (by implication) a debauch (by analogy, a glut): surfeiting.

Greek Monolingual

η (AM κραιπάλη)
υπερβολική μέθημήποτε βαρηθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι ἐν κραιπάλη καὶ μέθη καὶ μερίμναις βιοτικαῑς», ΚΔ)
νεοελλ.
1. ακόλαστη ζωή
2. αλόγιστη σπατάλη
αρχ.
1. κρασοκατάνυξη
2. πονοκέφαλος που οφείλεται σε υπερβολική οινοποσία («ὁκόσοι μὲν γὰρ κεφαλὰς ἀσθενέας ἔχουσιν, οὐκ ἂν εἴησαν ἀγαθοὶ πίειν
ἡ γὰρ κραιπάλη μᾱλλον πιέζει», Ιπποκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η ερμηνεία τών αρχαίων «ἀπὸ τοῦ κάρηνον πάλλεσθαι» προσκρούει σε φωνητικές δυσκολίες. Το λατ. crapula «κραιπάλη» θεωρείται δάνειο από την Ελληνική, κατ' άλλη άποψη όμως, που στηρίζεται σε μια μαρτυρία του Πλινίου, δεν αποκλείεται και οι δύο γλώσσες να δανείστηκαν τη λ. από μια τρίτη, μη ΙΕ, και η αρχική της σημ. να είναι «ρετσίνι» που βάζουν στο κρασί.
ΠΑΡ. κραιπαλώ, κραιπαλώδης
μσν.
κρεπαλικός.
ΣΥΝΘ. αρχ. κραιπαλοβοσκός, κραιπαλόκωμος.

Greek Monotonic

κραιπάλη: [ᾰ], ἡ, κεφαλαλγία από πολυποσία, Λατ. crāpula, ἐκ κραιπάλης, μετά από μεθύσι, σε Αριστοφ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κραιπάλη -ης, ἡ dronkenschap, ook kater.

Russian (Dvoretsky)

κραιπάλη: (πᾰ) ἡ тж. pl.
1) похмелье Arst., Plut.;
2) попойка, пьянство Arph., Plut., NT.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: drinking-bout, headache (Hp., Ar.).
Compounds: Compp. ἀ-κραίπαλος without headache, liberating (Arist., Dsc.), κραιπαλό-κωμος assisting a bout (Ar.).
Derivatives: κραιπαλώδης given to drunkenness (Phld., Plu.), κραιπαλάω have a headache (Ar., Pl., Plb.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: Popular word in -άλη; cf. for the formation ἀγκάλη, μασχάλη, σκυτάλη etc. (Chantraine Formation 245ff.); further unclear. Connection to κραιπνός (Curtius 679f. w. n.) with ν : λ-change is probable and is also semantically not impossible, but not evident (cf. Solmsen KZ 30, 602f.). Wrong IE. explanations in Bq. Lat. LW [loanword] crāpula id. ( > Fr. crapule) with long ā (it will continue the Pre-Greek variation αι\/α, Fur. 336ff.). See W.-Hofmann s. v.; also Ernout Aspects du vocab. latin 61 a. 67. See also André, Ant. Class. 33 (1964) 92f. - IE would require *kreh₂i-, which is improbable; so prob. Pre-Greek.

Middle Liddell

κρᾰιπάλη, ἡ,
a drunken head-ache, Lat. crapula, ἐκ κραιπάλης after a drunken bout, Ar.

Frisk Etymology German

κραιπάλη: {kraipálē}
Grammar: f.
Meaning: Weinrausch mit daraus entstandenem Kopfweh, Katzenjammer (Hp., Ar. usw.).
Composita : Kompp. ἀκραίπαλος vom Rausch befreit, befreiend (Arist., Dsk. u. a.), κραιπαλόκωμος an einem Gelage teilnehmend (Ar.).
Derivative: Davon κραιπαλώδης rauschsüchtig (Phld., Plu.), κραιπαλάω einen Rausch oder Katzenjammer haben (Ar., Pl., Plb. usw.).
Etymology : Volkstümliches Wort auf -άλη; vgl. zur Bildung ἀγκάλη, μασχάλη, σκυτάλη usw. (Chantraine Formation 245ff.); aber sonst dunkel. Beziehung zu κραιπνός (Curtius 679f. u. A.) mit ν : λ-Wechsel liegt formal nahe und ist auch semantisch nicht unmöglich, obwohl selbstverständlich nicht zwingend (vgl. Solmsen KZ 30, 602f.). Über verfehlte idg. Erklärungsversuche s. Bq. — Lat. LW crāpula ib. ( > frz. crapule) mit unklarem ā; s. W.-Hofmann s. v.; auch Ernout Aspects du vocab. latin 61 u. 67.
Page 2,4

Chinese

原文音譯:kraip£lh 克來爬累
詞類次數:名詞(1)
原文字根:頭昏腦脹
字義溯源:因酗酒而頭痛^,浪費,喧鬧的宴飲,貪食;或出自(ἁρπάζω)=捉),而 (ἁρπάζω)又出自(αἱρέομαι)=取為己有*)。
同義字:1) (κραιπάλη)因酗酒而頭痛 2) (κῶμος)宴飲狂歡 3) (μέθη)醉酒 4) (οἰνοφλυγία)被酒充溢 5) (πότος)飲宴
出現次數:總共(1);路(1)
譯字彙編
1) 貪食(1) 路21:34