Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δίψα

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: δίψα Medium diacritics: δίψα Low diacritics: δίψα Capitals: ΔΙΨΑ
Transliteration A: dípsa Transliteration B: dipsa Transliteration C: dipsa Beta Code: di/ya

English (LSJ)

ης, ἡ,

   A thirst, δ. τε καὶ λιμός Il.19.166; πεῖνα καὶ δ. Pl.R.585a; δίψῃ ξυνέχεσθαι Th.2.49, etc.; of trees, Antiph.231.6, PFlor.176.12 (iii A. D.): pl., Arist.EN1154b3.    2 c. gen., thirst for, ποτοῦ Pl. R.437d: metaph., ἀοιδᾶν δ. Pi.P.9.104.—The form δίψη occurs in Opp.C.4.339, and in codd. of A.Ch.756; cf. δίψος.

German (Pape)

[Seite 647] ἡ, der Durst; Hom. Iliad. 11, 642. 19, 166. 21, 541. 22, 2; δίψῃ τε λιμῷ τε Aesch. Pers. 483, u. so überall. Uebertr., jedes heftige Verlangen, τινός, wonach, ἀοιδᾶν Pind. P. 9, 108. Auch ἡ δίψη, Aesch. Ch. 745.

Greek (Liddell-Scott)

δίψα: -ης, -ἡ, δίψα, δίψα τε καὶ λιμὸς Ἰλ. Τ. 166· πεῖνα καὶ δ. Πλάτ. Πολ. 585Α· δίψῃ ξυνέχεσθαι Θουκ. 2. 49, κτλ.· ἐπὶ δένδρων, Ἀντιφ. ἐν Ἀδήλ. 10· ― ἐν τῷ πληθ., Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 7. 14, 5. 2) μετὰ γεν., δίψα διά τι, ποτοῦ Πλάτ. Πολ. 437D· μεταφ., σφοδρὰ ἐπιθυμία, ἀοιδᾶν δ. Πίνδ. Π. 9. 180. Πρβλ. δίψος. ― Ὁ Ἰων. τύπος δίψη ἀπαντᾷ παρὰ τῷ Ὀππ. Κ. 4. 339, καὶ ἐν τοῖς χ/φοις τοῦ Αἰσχύλ. Χο. 756, ἔνθα ἀντὶ δίψη τις ὁ Wellauer προτείνει δίψησις, ὁ Βουττμ. δίψ’ εἴ τις· πρβλ. πεῖνα.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
soif.
Étymologie: DELG étym. inconnue.

English (Autenrieth)

thirst. (Il.)

English (Slater)

δίψα
   1 thirst met. ἐμὲ δ' οὖν τις ἀοιδᾶν δίψαν ἀκειόμενον πράσσει χρέος (P. 9.104)

Spanish (DGE)

-ης, ἡ

• Alolema(s): poét. δίψη A.Ch.756, Opp.C.4.339
1 sed δ. τε καὶ λιμός Il.19.166, cf. A.l.c., Pers.491, Th.7.87, Pl.R.585a, Arist.de An.414b12, Rh.1370a22, Paus.4.21.9, δίψῃ πονοῦντες A.Pers.484, τῇ δίψῃ ἀπαύστῳ ξυνεχόμενοι Th.2.49, πικρᾷ τετρυμένους δίψῃ Didyma 159.1.5 (III d.C.), δίψης ἄκος remedio contra la sed E.Cyc.97, cf. A.R.3.1349, LXX Sap.11.4, Iu.7.13, D.H.19.15, Opp.H.1.23, δίψῃ δ' ἀπωλωλώς Ar.Eq.534, cf. Ec.146, δίψης πλήρεις Hp.VM 10, cf. Coac.50, Nat.Mul.12, δίψᾳ δ' εἴμ' αὖος καὶ ἀπόλλυμαι SEG 28.775bis.11 (Hiponion V/IV a.C.), cf. ICr.2.12.31a, b, c (Eleuterna II a.C.), op. μέθυσις Thgn.838, δίψῃ καρχαλέος A.R.4.1442, cf. 1395, 3.1349, Q.S.10.277
de anim., Horap.2.79, c. gen. δ. ... ποτοῦ Pl.R.437d, δ. τῶν ὑδάτων I.BI 1.383
fig. sed, deseo, ansia c. gen. ἀοιδᾶν δ. deseo de cantos Pi.P.9.104, αὐτοὶ γοῦν αὑτοῖς δίψας τινὰς (τῶν ἡδονῶν) παρασκευάζουσιν Arist.EN 1154b3, δ. γυναικῶν AP 16.242 (Eryc.), ἡ τοῦ μαθεῖν δ. Ph.1.252, δ. ... ἀρετῆς Ph.1.259, δ. τ' Ἀφροδίτης de los peces, Opp.H.3.56.
2 agr. falta de agua, sequía ὄντων τῶν καρπῶν ὑπὸ δίψαν PMasp.2.2.26 (VI d.C.), πρὸς τὸ ξηρανθῆναι τὸν σπόρον ὑπὸ δίψαν PLond.1674.65 (VI d.C.)
sequedad, aspecto o estado reseco ἡ τῶν συκῶν κακία καὶ ξηρότης καὶ δ. PFlor.176.12 (III d.C.).

• Etimología: Dud.: ¿de *διπ-σα, c. una formación como la de δεῖσα, etc.?

Greek Monolingual

η (AM δίψα)
1. η φυσιολογική ανάγκη που αισθάνεται κανείς για να πιει νερό ή άλλο υγρό
2. διακαής πόθος, ακράτητη επιθυμίαδίψα για εκδίκηση»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Η ομηρ. μτχ. < διψάων και το απαρμφ. διψήν παρουσιάζουν όμοιο σχηματισμό με τα πεινάων, πεινήν. Οι μετοχές σε -άων μπορεί να είναι αναλογικοί σχηματισμοί προς ορισμένους επικούς τύπους. Τα δίψα και πείνα αποτελούν πιθ. μεταρρηματικά παράγωγα].

Greek Monotonic

δίψα: [ᾰ], -ης, ἡ, δίψα, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· ποτοῦ, για ποτό, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

δίψα: ион. δίψη
1) тж. pl. Arst. жажда (δ. τε καὶ λιμός Hom.; πεῖνα καὶ δ. Plat.; πίνειν δίψης χάριν Arst.; οἴνου Plat.);
2) перен. жажда, влечение, страсть (ἀοιδᾶν Pind.).

Frisk Etymological English

-ης
Grammatical information: f.
Meaning: thirst (Il.).
Other forms: rarely δίψη (A. Ch. 756), also δίψος n. (Th.; after πνῖγος, ῥῖγος etc.; s. Chantr. Form. 420)
Dialectal forms: Myc. dipisijo, and dipisijewijo (from *διψιευς?)
Compounds: πολυ-δίψιος very thirsty, caring water, of Argos (Hom.); metrical for *πολύ-διψος.
Derivatives: δίψιος thirsty, dry (trag.), διψηρός id. (Hp.; after αὑχμηρός), διψώδης id. (Hp.), διψαλέος id. (hell. and late; after ἀζαλέος etc.), διψάς f. id. (Thphr.), also name of a snake, whose bite caused a strong thirst (cf. Chantraine 354f.). - δίψακος m. the name of diabetes (medic.; because of the drinking of the patients, Strömberg Wortstudien 89), also plant name Dipsacus silvestris (Dsc., Gal.; see Strömberg Pflanzennamen 78), with διψακερός thirsty (EM), acc. to H. = ταλαίπωρος; - διψοσύνη = δίψα (Orac. ap. Porph.). - διψάων Ptz. (λ 584), inf. διψῆν (Hdt.), 3. sg. διψῃ̃ (Pi., Pl.), hell. also διψᾶν, -ᾳ̃; also διψέω (Archil.) and διψώω (Tryph.); with δίψησις (Ath. 1, 10b; doubtful) and διψητικός (Arist.). - One cites also forms with διφ-, δίφας a kind of snake (Artemid. 2,13), δίφατον and δίβαν ὄφιν. Κρῆτες H. (s. διφάω).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: With διψάων, διψῆν compare πεινάων, πεινῆν; the forms διψάων, πεινάων might be (Aeolic?) analogical formations after the normal epic ending -άων; διψῆν and πεινῆν are unexplained (Chantraine Gramm. hom. 1, 21 and 362, Leroy Sprachgesch. und Wortbed. 288f.; improbable on διψῆν, πεινῆν K. Meister HK 89 [cf. Fraenkel Mélanges Boisacq 1, 376f.]). These formations show, that they are not denominatives ; rather δίψα, δίψη and πείνη, πεῖνα are postverbal (Schwyzer 476, Chantraine l. c.). Cf. Lasso de la Vega Emerita 22, 88f.; 96f. Meillet speaks of it BSL 28 (1927) 125 (unclear to me). - The final of δίπ-σα can hardly be IE. So prob. a Pre-Greek word. See the variants with φ and β (Fur. 326).

Middle Liddell

n
thirst, Il., etc.; ποτοῦ for drink, Plat.

Frisk Etymology German

δίψα: -ης
{dípsă}
Forms: vereinzelt δίψη (A. Ch. 756), auch δίψος n. (Th., Pl., X. u. spät; nach πνῖγος, ῥῖγος usw.; vgl. Chantraine Formation 420)
Grammar: f. (seit Il.),
Meaning: Durst.
Derivative: Ableitungen: δίψιος durstig, trocken (Trag.), διψηρός ib. (Hp.; nach αὐχμηρός u. a.; -ήρης Nik.), διψώδης durstig (Hp. u. a.), διψαλέος durstig, trocken (hell. und spät; nach ἀζαλέος usw.), διψάς f. ib. (Thphr. ,Euph., Nik. usw.), auch als N. einer Schlange, deren Bisse einen schweren Durst verursachte (zur Bildung Chantraine 354f.); — δίψακος m. Ben. der Zuckerkrankheit (Mediz.; wegen der Trinksucht der Kranken, Strömberg Wortstudien 89), auch Pflanzenname Dipsacus silvestris (Dsk., Gal.; zur Erklärung Strömberg Pflanzennamen 78), mit διψακερός durstig (EM), nach H. = ταλαίπωρος; — διψοσύνη = δίψα (Orac. ap. Porph.). — Komp. πολυδίψιος sehr durstig, wasserarm, von Argos (Hom.); metrisch für *πολύδιψος. — Daneben διψάων Ptz. (λ 584), Inf. διψῆν (Hdt. usw.), 3. sg. διψῇ (Pi., Pl.), hell. usw. auch διψᾶν, -ᾷ; auch διψέω (Archil.) und διψώω (Tryph., AP); dazu δίψησις (Ath. 1, 10b; zweifelhaft) und διψητικός (Arist.).
Etymology : Der Bildung nach stimmt διψάων, διψῆν zu dem bedeutungsverwandten πεινάων, πεινῆν; die Formen διψάων, πεινάων dürften als (äolische?) Analogiebildungen nach dem gewöhnlichen epischen Ausgang -άων zu erklären sein; διψῆν und πεινῆν sind unerklärt (Chantraine Gramm. hom. 1, 21 und 362, Leroy Sprachgesch. und Wortbed. 288f.; unwahrscheinlich über διψῆν, πεινῆν K. Meister HK 89 [trotz Fraenkel Mélanges Boisacq 1, 376f.]). Die eigenartige Bildungsweise zeigt, daß es sich um keine Denominativa handeln kann; vielmehr sind δίψα, δίψη und πείνη, πεῖνα als postverbal aufzufassen (Schwyzer 476, Chantraine a. a. O.). — Sonst dunkel. Unwahrscheinlich Schulze Q. 368, Kl. Schr. 328f.: aus *διψάσι̯ω zu lat. āreō. Zur Stammbildung von δίψα s. auch Solmsen Wortf. 241, der geneigt ist, δίψη (aus *δίπσα) als die ursprüngliche Form anzusehen. Weitere Lit. bei Fraenkel Mélanges Boisacq 1, 376f., außerdem Lasso de la Vega Emerita 22, 88f.; 96f.
Page 1,401-402