Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λειόθριξ

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

ο
1. (για φυλές ή μεμον. ανθρώπους) αυτός που έχει λείο τρίχωμα, λεία κόμη, λειόκομος
2. ζωολ. γένος στρουθιόμορφων πτηνών της οικογένειας timaliidae.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λεῖος + -θριξ (< θρίξ, τριχός «τρίχα»), πρβλ. κυανό-θριξ, λευκό-θριξ. Ο τ. με την επιστημονική του σημ. είναι αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. leiothrix < νεολατ. leiothrix < leio- < λεῖος + -thrix < θρίξ.