Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τρίχωμα

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: τρῐχωμα Medium diacritics: τρίχωμα Low diacritics: τρίχωμα Capitals: ΤΡΙΧΩΜΑ
Transliteration A: tríchōma Transliteration B: trichōma Transliteration C: trichoma Beta Code: tri/xwma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A a growth of hair, hair generally, Hdt.7.70, X.Cyn.5.30, Arist.HA630a26, al., Thphr.Char.2.3, Ephipp.14.6, LXXCa.4.1; τὰ τ. διαφέρουσι καὶ πρὸς αὑτὰ τοῖς ἀνθρώποις . . καὶ πρὸς τὰ γένη τῶν ἄλλων ζῴων Arist.GA781b30; ἐν γενείου συλλογῇ τριχώματος, i. e. at the age of manhood, A.Th.666.

German (Pape)

[Seite 1150] τό, Behaarung, Haarwuchs; ἐν γενείοο συλλογῇ τριχώματος, Aesch. Spt. 648; Eur. I. T. 73; Her. 7, 70; Arist. gen. an. 5, 3 u. oft; Pol. 34, 10, 8 u. a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

τρίχωμα: τό, αἱ τῆς κεφαλῆς τρίχες, ἡ κόμη, τὰ γένεια, κτλ., καθόλου, αἱ τρίχες, οἱ δὲ ἐκ Λιβύης οὐλότατον τρίχωμα ἔχουσι πάντων τῶν ἀνθρώπων Ἡρόδ. 7. 70, Ξεν. Κυν. 5, 30, Ἀριστ. περὶ τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 45, 2, κ. ἀλλ., Ἔφιππ. ἐν «Ναυαγῷ» 1. 6· τὰ τρ. διαφέρει καὶ πρὸς αὑτὰ τοῖς ἀνθρώποις... καὶ πρὸς τὰ ἄλλα γένη τῶν...ϳζῴων Ἀριστ. περὶ Ζ. Γεν. 5. 3, 1· - ἐν γενείου συλλογῇ τριχώματος, δηλ. κατὰ τὴν ἀνδρικὴν ἡλικίαν, Αἰσχύλ. Θήβ. 664. ΙΙ. τὸ ἐπὶ τοῦ ὑφάσματος οὖλον, ὑφασμάτων λασίων τῷ ἀπὸ τοῦ λίνου τριχώματι, ἃ χρὴ τὸν ἤδη λυσάμενον περιτίθεσθαι ὡς ἀπομάττεσθαι τὴν ὑγρότητα Εὐστ. Πονημ. 329. 25.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
chevelure ou barbe épaisse, poil long et touffu.
Étymologie: τριχόω.

Greek Monolingual

-ώματος, το, ΝΜΑ τριχῶ
το σύνολο τών τριχών που καλύπτουν το σώμα του ανθρώπου ή ενός ζώου ή τον κορμό ενός φυτού
μσν.
(για προσόψια) η πυκνή και συνεστραμμένη ύφανση.

Greek Monotonic

τρίχωμα: -ατος, τό (τριχόομαι), τρίχες κεφαλιού, μαλλιά, σε Ηρόδ., Ξεν.· ἐνγενείου συλλογῇ τριχώματος, δηλ. ακριβώς κατά την ανδρική ηλικία, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

τρίχωμα: ατος (ῐ) τό
1) волосяной покров, волосы Her., Xen., Arst.;
2) растительность на лице: ἐν γενείου ξυλλογῇ τριχώματος Aesch. в возмужалом возрасте;
3) шерсть (τὰ τριχώματα τῶν ζῴων Arst.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

τρίχωμα -ατος, τό [θρίξ] haargroei, kapsel:. οὐλότατον τρίχωμα meest kroesharige kapsel Hdt. 7.70.1.

Middle Liddell

τρίχωμα, ατος, τό, τριχόομαι
a growth of hair, hair, Hdt., Xen.; ἐν γενείου συλλογῇ τριχώματος, i. e. just at the age of manhood, Aesch.