Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λιοντάρι

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

και λεοντάρι, το
1. κοινή ονομασία του είδους Panthera leo, σαρκοφάγου θηλαστικού της οικογένειας αιλουροειδή, ο λέων
2. μτφ. άνθρωπος ατρόμητος, γενναίος, λεοντόκαρδος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λεοντάριον, με συνίζηση (< λέων)].