Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λογική

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η (AM λογική)
(φιλοσ.)
1. η επιστήμη του ορθού λόγου, της ορθής νόησης, του ορθώς διανοείσθαι
2. το λογικό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τύπος θηλυκού του επιθ. λογικός.

Russian (Dvoretsky)

λογική:
1) рит. (sc. λέξις) проза;
2) филос. (sc. τέχνη) логика, наука об умозаключении Cic.