Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιστήμη

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

η (AM ἐπιστήμη) επίσταμαι
1. σύνολο συστηματικών γνώσεων σε κύκλο θεμάτων, φαινομένων, θεωριών (με διάκριση από την «τέχνη», τις «τέχνες» και την «εμπειρία», την εμπειρική, πρακτική γνώση) («θετικές επιστήμες, θεωρητικές επιστήμες, η επιστήμη της ιατρικής, της νομικής» κ.λπ.)
2. γνώση, εμπειρία, το να ξέρει κάποιος καλά κάτι
3. τέχνη, επάγγελμα
μσν.
εκκλησιαστική τάξη και πειθαρχία
αρχ.
επιδεξιότητα, ικανότηταἐπιστήμη πρὸς τὸν πόλεμον», «ἐπιστήμη τοῦ νοεῑν»).