Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μάνα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μάνα Medium diacritics: μάνα Low diacritics: μάνα Capitals: ΜΑΝΑ
Transliteration A: mána Transliteration B: mana Transliteration C: mana Beta Code: ma/na

English (LSJ)

v. μάνη.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek Monolingual

(I)
η
βλ. μάννα.
(II)
το
εθνολ. (στους λαούς της Πολυνησίας και της Μελανησίας) υπερφυσική δύναμη ή ικανότητα που αποδίδεται σε άτομα, πνεύματα ή άψυχα αντικείμενα.