Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μορφίζω

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698

Greek Monolingual

μορφίζω) μορφή
1. δίνω σε κάποιον ωραιότερη ή καλύτερη μορφή, ομορφαίνω («η κοκκινάδα της ντροπής μορφίζει τα κορίτσια», παροιμ.)
2. (για λόγια, μύθους, πράγματα) καλλωπίζω, στολίζω, διασκευάζω («κι εμόρφιζε τα ψέματα κι εκείνοι τα πιστεύαν», Ερωτόκρ.)
3. (για πρόσωπα) γίνομαι ομορφότερος σε σχέση με ό,τι ήμουν προηγουμένως («όσο μεγαλώνει μορφίζει όλο και πιο πολύ»)
μσν.
(το μέσ.) μορφίζομαι
υποκρίνομαι, προσποιούμαι («μορφίζομαι τὴν εὐσέβειαν», Γελάσ. Κυζ.).