Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προσποιούμαι

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

προσποιοῡμαι, -έομαι, ΝΑ, και ενεργ. τ. προσποιῶ, -έω, Α
καμώνομαι, κάνω ότι..., προσπαθώ να φανώ διαφορετικός από ό,τι είμαι, υποκρίνομαι (α. «προσποιείται ότι δουλεύει εντατικά» β. «προσποιούμενος τὸν ἡδόμενον», Φίλ.)
νεοελλ.
1. (κατ' επέκτ.) απομιμούμαι, μιμούμαι
2. (η μτχ. μέσ. παρακμ. ως επίθ.) προσποιημένος, -η, -ο
προσποιητός, πλαστός, ψεύτικος
αρχ.
1. προσάπτω, προσαρμόζω κάτι στον εαυτό μου («προσποιησάμενος ξύλινον πόδα», Ηρόδ.)
2. (σχετικά με πρόσ.) παίρνω κάποιον με το μέρος μου, προσελκύω
3. παίρνω κάτι για τον εαυτό μου χωρίς να μού ανήκει, σφετερίζομαι, οικειοποιούμαι
4. (με άρνηση) υποκρίνομαι ότι δεν έχω κάτι («δεῑ δέ, καὶ εἰ ἠδίκησαν, μὴ προσποιεῑσθαι», Θουκ.)
5. (το ενεργ.) α) παραχωρώ
β) βλάπτω, ζημιώνω.