Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μουσοεργός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: μουσοεργός Medium diacritics: μουσοεργός Low diacritics: μουσοεργός Capitals: ΜΟΥΣΟΕΡΓΟΣ
Transliteration A: mousoergós Transliteration B: mousoergos Transliteration C: mousoergos Beta Code: mousoergo/s

English (LSJ)

   A v. μουσουργός.

German (Pape)

[Seite 211] = μουσουργός, Hippocr.

Greek (Liddell-Scott)

μουσοεργός: ἴδε μουσουργός.

Greek Monolingual

μουσοεργός, -ον (Α)
ιων. τ. βλ. μουσουργός.

Russian (Dvoretsky)

μουσοεργός: ὁ, чаще ἡ ион. = μουσουργός.