Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μύσκος

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus

German (Pape)

[Seite 222] = μυΐσκος, Arcad. 50, 15, l. d.

Greek (Liddell-Scott)

μύσκος: ὁ, ὑποκορ. τοῦ μῦς, ἀντὶ μυΐσκος, Ἀρκάδ. 50. 15.

Greek Monolingual

(I)
μύσκος, ὁ (Α)
(υποκορ. του μῡς) μυΐσκος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μυίσκος < μῦς «ποντικός»].
(II)
μύσκος (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «μύσκος
μίασμα, κῆδος».
[ΕΤΥΜΟΛ. < μύσος «ακαθαρσία, μίασμα» με εκφραστικό επίθημα -κος].