Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νέγρος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

ο, θηλ. νέγρα
1. μέλος της μαύρης φυλής του ανθρώπινου γένους και ιδίως αυτός που ανήκει στους μαύρους της Αμερικής
2. μαύρος δούλος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ισπ. negro < λατ. niger, -gra, -grum «μαύρος»].