Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νυφίτσα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (Μ νυφίτσα και νυμφίτσα) νύφη
κοινή ονομασία ικτίδας, της Μustela nivalis, του μικρότερου αλλά και αιμοχαρούς σαρκοφάγου θηλαστικών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νύφη κατ' ευφημισμό (πρβλ. γαλλ. belette < belle «όμορφη, καλή»)].