Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξανθαίνω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ξανθός
1. δίνω σε κάτι ξανθό χρώμα, μεταβάλλω κάτι σε ξανθό
2. τηγανίζω ή ψήνω κάτι ώσπου να πάρει ξανθό χρώμα
3. (αμτβ.) γίνομαι ξανθός, παίρνω ξανθό χρώμα.