Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οίδημα

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

το (Α οἴδημα) οιδώ
όγκος, εξόγκωμα, πρήξιμο, φούσκωμα
νεοελλ.
ιατρ. μη φυσιολογική άθροιση υγρών του οργανισμού στους μεσοκυττάριους χώρους του συνδετικού ιστού.