Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οαρίζω

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

ὀαρίζω (Α)
(επικ. ρ. που χρησιμοποιείται μόνο στον ενεστ. και στον πρτ.)
1. συνομιλώ με οικειότητα ή ερωτικά, γλυκομιλώ ή ερωτοτροπώ («ὅθι ᾗ ὀάριζε γυναικί», Ομ. Ιλ.)
2. συναναστρέφομαι με οικειότητα («βέλτερον ἥματα πάντα μετ' ἀθανάτοις ὀαρίζειν», Ύμν. εις Ερμ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὄαρ «γυναίκα σύζυγος» (βλ. λ. όαρ)].