Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οὐδείς

Δῶς μοι πᾶ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινάσω -> Give me a place to stand on, and I will move the Earth.
Archimedes
Full diacritics: οὐδείς Medium diacritics: οὐδείς Low diacritics: ουδείς Capitals: ΟΥΔΕΙΣ
Transliteration A: oudeís Transliteration B: oudeis Transliteration C: oudeis Beta Code: ou)dei/s

English (LSJ)

fem. οὐδεμίᾰ (never nom. acc. -μίη, -μίην, since οὐδεμιῇ is prob. in Call.Aet.Oxy.2080.56, rarely

   A οὐδ' ἴα Sapph.69, Mosch.4.40), neut. οὐδέν (declined and accentuated like εἷς, μία, ἕν), not one, i.e. no one, none, used by Hom., Hes., and Pi. (who prefer οὔτις) only in neut. nom. and acc. οὐδέν, exc. in the phrase τὸ ὃν μένος οὐδενὶ εἴκων Il.22.459, al.; οὐδείς is found in B.Fr.28; but all genders and cases are common in all other writers, Hdt.1.32,33, etc.: rare in pl., no set of persons or things, And.1.23 (dub. cj.), X.Lac.3.1; πρὸς οὐδένας τῶν Ἑλλήνων D.18.23 (v.l.), cf. 19.31,66,312, 24.214, 27.7; οὐδένων εἰσὶ βελτίους, i.e. οὔ τινων ἄλλων, Id.2.17 (cf. οὐδενὸς βελτίους Pl.Prt.324d): dat. pl. οὐδέσιν Paus.3.24.3; for another sense of the pl., v. infr. 11.3.—In Ion. the pl. is usu. οὐδαμοί.    2 οὐ. ὅστις οὐ every one, Hdt.3.72, etc.; οὐδὲν ὅ τι οὐ every, Id.5.97; this came to be regarded as one word, so that οὐδείς passed into the same case as ὅστις, οὐδένα ὅντινα οὐ κατέκλασε Pl.Phd.117d; οὐδενὸς ὅτου οὐ πάντων ἂν… πατὴρ εἴην Id.Prt. 317c, cf. 323b; οὐδενὶ ὅτῳ οὐκ ἀποκρινόμενος Id.Men.70c; so οὐ. ὃς οὐχὶ… ὀνειδιεῖ S.OT373; οὐδὲν γὰρ… οὔτ' αἰσχρὸν οὔτ' ἄτιμόν ἐσθ', ὁποῖον οὐ… οὐκ ὄπωπ' ἐγώ Id.Ant.4.    3 later οὐδὲν ὅ τι without οὐ, = nothing, οὐδὲν ὅ τι παρήσω Agath.Praef.p.137 D., al.    4 ὅστις οὐδείς not one, ἐτεθνήκεσαν δὲ αὐτῶν μὲν ἀμφὶ τοὺς τετρακοσίους, Ρωμαίων δὲ ὅστις οὐδείς Id.5.20.    II naught, good for naught, ὦ νῦν μὲν οὐ. αὔριον δ' ὑπέρμεγας Ar.Eq.158, cf. E.Fr.187.5; τὸ μὲν [γένος ἀνδρῶν] οὐδέν Pi.N.6.3: freq. in neut., οὐδὲν εἰδώς knowing naught, Thgn.141, E. Fr.391; οὐκ ἄρ' ᾔστην οὐδὲν ἄλλο πλὴν δάκνειν knew nothing save how to... Ar.Av.19; οὐδὲν λέγειν to say naught, v. λέγω (B) III. 6; τὸ οὐδ' οὐδέν the absolute nothing, Pl.Tht.180a.    2 in neut., of persons, οὐδέν εἰμι S.Ph.951, etc.; οὐδὲν εἶ Ar.Ec.144; πρὸς τὸν οὐδέν E.Ph. 598; τὸ μηδὲν εἰς οὐδὲν ῥέπει Id.Fr.532.2; ᾧ ἀνεμέσητον… οὐδενὶ εἶναι Pl.Tht.175e.    3 in pl., οὐδένες ἐόντες ἐν οὐδαμοῖσι ἐοῦσι Ἕλλησι being nobodies, Hdt.9.58; ὄντες οὐδένες E.Andr.700, cf. IA371; ὁ μηδὲν ὢν κἀξ οὐδένων κεκλήσομαι dub. cj. in Id.Ion594; οὐ γὰρ ἠξίου τοὺς μηδένας S.Aj.1114.    4 with Preps., παρ' οὐδὲν εἶναι Id.OT983, etc.; παρ' οὐδὲν ἄγειν, θέσθαι, Id.Ant.35, E.IT732; δι' οὐδενὸς ποιεῖσθαι S.OC584; ἐν οὐδενὸς εἶναι μέρει D.2.18.    5 τὸ οὐδέν naught, zero, in Arith., Nicom.Ar.2.6; used by Democritus as a name for Place, Arist.Fr.208.    III neut. οὐδέν as Adv., not at all, naught, ἄριστον Ἀχαιῶν οὐ. ἔτισεν Il.1.412, cf. 24.370, Hdt.5.34, Th.8.22, etc.; so οὐδέν τι X.Mem.1.2.42, etc.; οὐ. τι πάντως Hdt.5.65: in answers, nothing, never mind, no matter, E.Med.64, IT781, Ar.Nu. 694; οὐδέν γε not at all, Id.Av.1360, etc.; οὐδὲν μᾶλλον, οὐδὲν ἧσσον, οὐδὲν ὕστερος, v. μάλα 11.5, ἥσσων 111, ὕστερος A. I.    2 οὐδὲν ἄλλο ἤ, v. ἄλλος III. 2.    B REMARKS: the more emphatic and literal sense, not even one, i.e. none whatever, belongs to the full form, οὐδὲ εἷς, οὐδὲ μία, οὐδὲ ἕν, which is never elided, even in Com. (v. Ar. Ra.927, Lys.1045 (lyr.), Pl.138, 1115), but freq. has a Particle inserted between, cf. οὐδέ B.—Zen. (in EM639.17) and others wrongly assume οὐδείς as a compd. not of οὐδέ and εἷς, but of οὐ and δείς (q. v.). (Later οὐθείς, q. v.)

Greek (Liddell-Scott)

οὐδείς: οὐδεμίᾰ (οὐδέποτε -μίη), οὐδέν, (κλίνεται καὶ τονίζεται ὡς τὸ εἷς, μία, ἕν, καὶ εἶναι ἐν χρήσει ἀντὶ τοῦ οὐδὲ εἷς, οὐδὲ μία, οὐδὲ ἕν,) ὡς τὸ Λατ. nullus, ἀντὶ τοῦ ne ullus, ἐν χρήσει παρ’ Ὁμ., Ἡσ. καὶ Πινδ. μόνον κατ’ οὐδ. οὐδέν, πλὴν ἐν τῇ φράσει, τὸ ὃν μένος οὐδενὶ εἴκων Ἰλ. Χ. 459, Ὀδ. Λ. 515 ἀλλὰ πάντα τὰ γένη εἶναι συνήθη παρὰ πᾶσι τοῖς λοιποῖς συγγραφεῦσι· - οὐδὲν συχν. ὡς οὐσιαστ. μετὰ γεν. διαιρετ., οὐδὲν ἀπολείποντες προθυμίας Θουκ. 8. 22, κτλ.· - σπάνιον ἐν τῷ πληθ. (ἐπειδὴτύπος οὐδαμοὶ εἶναι ἐν χρήσει ἀντ’ αὐτοῦ), Ἀνδοκ. 4. 21, Ξεν. Λακ. 3, 1· πρὸς οὐδένας τῶν Ἑλλήνων Δημ. 233. 2, πρβλ. 350. 26· οὐδένων εἰσὶ βελτίους, δηλ. οὔ τινων ἄλλων, ὁ αὐτ. 23. 6, (πρβλ. οὐδενὸς βελτίους Πλάτ. Πρωτ. 324D)· ἀλλ’ ὁ πληθ. οὗτος σχηματισμὸς εἶναι ἐν χρήσει ἐπὶ ἰδιαιτέρας τινὸς ἐννοίας, ἴδε κατωτ. ΙΙ. 3. 2) οὐδεὶς ὅστις οὐ, Λατ. nemo non, πᾶς τις, Ἡρόδ. 3. 72, καὶ Ἀττ.· οὐδὲν ὅ τι οὐ, Λατ. nihil non, Ἡρόδ. 5. 97· τοῦτο κατήντησε νὰ θεωρῆται ὡς μία λέξις, ὥστε τὸ οὐδεὶς ἔλαβε τὴν πτῶσιν τοῦ ὅστις, οὐδένα ὅντινα οὐ κατέκλασε Πλάτ. Φαίδων 117D· οὐδενὸς ὅτου οὐ πάντων ἄν ... πατὴρ εἴην ὁ αὐτ. ἐν Πρωτ. 317 C, πρβλ. 323Β· οὐδενὶ ὅτῳ οὐκ ἀποκρινόμενος ὁ αὐτ. ἐν Μένωνι 70 C· - οὕτως, οὐδεὶς ὃς οὐχὶ ... ὀνειδιεῖ Σοφ. Ο. Τ. 373· οὐδὲν γὰρ.. οὔτ’ αἰσχρὸν οὔτ’ ἄτιμόν ἐσθ’, ὁποῖον οὐ ... οὐκ ὄπωπ’ ἐγὼ ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 4· (ἀλλὰ τὸ οὐδεὶς οὐκ ἔπασχέ τι, ὡς τὸ Λατ. nemo non, πᾶς τις, ἐν Ξεν. Συμπ. 1, 9, εἶναι ἐναντίον πρὸς τὸ ἑλληνικὸν ἰδίωμα, Ἕρμανν. εἰς Σοφ. Ἀντ. 4, Cobet N. LL. 602). II. μηδαμινός, «τιποτένιος», ὦ νῦν μὲν οὐδεὶς Ἀριστοφ. Ἱππ. 158, πρβλ. Εὐρ. Ἀποσπ. 187. 5· τὸ μὲν [γένος ἀνδρῶν] οὐδὲν Πινδ. Ν. 6. 5· - συχν. ἐν τῷ οὐδετέρῳ οὐδὲν εἰδώς, οὐδὲν γιγνώσκων, Θέογν. καὶ Εὐρ. παρὰ Cobet N. LL. 292· οὐδὲν λέγειν, ἴδε λέγω (Β. 7)· τὸ οὐδ’ οὐδέν, ἀπολύτως τίποτε, Πλάτ. Θεαίτ. 180Α. 2) τὸ οὐδέτ. ἐπὶ προσώπων, οὐδέν εἰμι Ἡρόδ. 1. 76, Σοφ. Φιλ. 951, κλ.· - οὐδὲν εἶ Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 144· πρὸς τὸν οὐδὲν Εὐρ. Φοίν. 598· οὐδὲν ἤστην πλὴν …, δὲν ἦσαν διὰ τίποτε ἄλλο εἰ μὴ ..., Ἀριστοφ. Ὄρν. 19, κλ.· ᾧ ἀνεμέσητον ... οὐδενὶ εἶναι Πλάτ. Θεαίτ. 175Ε· ἴδε Cobet N. LL 685. 3) ἐν τῷ πληθυντ., οὐδένες ἐόντες ἐν οὐδαμοῖσι ἐοῦσι Ἕλλησι, ἀνάξιοι παντὸς λόγου, Ἡρόδ. 9. 58· ὄντες οὐδένες Εὐρ. Ἀνδρ. 700, πρβλ. Ι. Α. 371· ὁ μηδὲν ὤν κἀξ. οὐδένων κεκλήσομαι ὁ αὐτ. ἐν Ἴωνι 594, πρβλ. Ἀποσπάσμ. 536· τὸ μηδὲν εἰς οὐδένα ῥέπει· (οὕτως, οὐ γὰρ ἠξίου τοὺς μηδένας Σοφ. Αἴ. 1114). 4) μετὰ προθέσεων, παρ’ οὐδὲν εἶναι ὁ αὐτ. ἐν Ο. Τ. 983, κτλ.· παρ’ οὐδὲν ἄγειν, θέσθαι ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 35, Εὐρ. Ι. Τ. 732· δι’ οὐδενὸς ποιεῖσθαι Σοφ. Ο. Κ. 584· ἐν οὐδενὸς εἶναι μέρει Δημ. 23. 14. 5) τὸ οὐδέν, τίποτε μηδέν, ἐν τῇ ἀριθμ.· ἐν χρήσει παρὰ τῷ Δημοκρ. ὡς ὄνομα τοῦ κενοῦ καὶ ἀπείρου, Ἀριστ. Ἀποσπ. 202. ΙΙΙ. οὐδ. οὐδὲν ὡς ἐπίρρ., διόλου, οὐδόλως, τίποτε, ἄριστον… οὐδὲν ἔτισεν Ἰλ. Α. 412, πρβλ. Ω. 370, κλ.· οὕτως, οὐδέν τι Ξεν. Ἀπομν. 1. 2, 42, κλ.· οὐδέν τι πάντως Ἡρόδ. 5. 65· οὐδὲν μή, ἴδε ἐν λ. οὐ μή· - ἐπὶ ἀποκρίσεων, οὐδόλως, «διόλου», Ἀριστοφ. Νεφ. 694· οὐδέν γε ὁ αὐτ. ἐν Ὄρν. 1360, κτλ.· οὐδὲν πάνυ ὁ αὐτ. ἐν Νεφ. 733· - οὐδὲν μᾶλλον, οὐδὲν ἧσσον, οὐδὲν ὕστερος, ἴδε μάλα ΙΙ. β, ἥσσων 4, ὕστερος Α. Ι. 2) οὐδὲν ἄλλο ἤ, ἴδε ἐν λ. ἄλλος ΙΙΙ. 2. Β. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: ἡ ἐμφατικωτέρα καὶ κυριολεκτικὴ σημασία τοῦ οὐδὲ εἷς, ne unus quidem, δηλ. «κἀνείς», ἀνήκει εἰς τὸν πλήρη τύπον οὐδὲ εἷς, οὐδὲ μία, οὐδὲ ἕν, ὅπερ οὐδέποτε πάσχει ἔκθλιψιν, καὶ παρ’ αὐτοῖς ἔτι τοῖς Ἀττικ. ποιητ. (ἴδε Ἀριστοφάν. Βατρ. 927, Λυσ. 1044, Πλ. 138, 1115), ἀλλὰ συχνάκις μεταξὺ τῶν δύο μερῶν παρεντίθεται μόριόν τι, οἷον, οὐδ’ ἂν εἷς, οὐδὲ πρὸς μίαν, οὐδὲ μεθ’ ἕνων, οὐδ’ ὑφ’ ἕνων, κλ., Πόρσ. εἰς Εὐρ. Ἑκάβ. ἐν τῷ προοιμίῳ σελ. 31, Cobet. N. LL. 318. ― Ὑπάρχει καὶ μεταγεν. τύπος οὐθείς, οὐθέν, ὃ ἴδε· ― ὁ Ζωναρᾶς (ἐν Μεγ. Ἐτυμολ. 639. 17) καὶ ἕτεροι ὑπολαμβάνουσι τὸ οὐδεὶς ὡς σύνθετον οὐχὶ ἐκ τοῦ οὐδὲ καὶ εἷς, ἀλλ’ ἐκ τοῦ οὐ καὶ τοῦ Αἰολ. δείς, δὲν (τὸ δὲν ἢ τὸ μηδὲν Δημόκρ. παρὰ Πλουτ. 2. 1109Α· καὶ κ’ οὐδὲν ἐκ δένος γένοιτο Ἀλκαῖ. 72)· ὥστε τὸ δείς, δὲν (ὅθεν τὰ δεῖνα, δεῖνος, δεῖνι) θὰ ἦτο = τῷ τὶς, τὶ, καὶ οὐδείς, = τῷ οὔτις. Ἀλλὰ τὰ ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης ἐπιχειρήματα ἐκ τοῦ τονισμοῦ καὶ τῆς χρήσεως πληθ. δὲν εἶναι ἐπαρκῆ· τὸ δὲ θηλ. οὐδεμία, μετὰ τῶν ἐπιθ. οὐδέτερος, οὐδοπότερος σαφῶς ὑποστηρίζουσι τὴν ἑτέραν γνώμην. ― Μάλιστα τὸ Αἰολ. δεὶς πιθαν. ἦτο = τῷ εἷς μᾶλλον ἢ τῷ τις.

French (Bailly abrégé)

οὐδεμία, οὐδέν ; gén. οὐδενός, οὐδεμιᾶς, οὐδενός, etc.
aucun, aucune, rien ; càd :
1 pas une personne, pas une chose : ἤ τιςοὐδείς HDT litt. qqn ou personne, càd à peine l’un ou l’autre, très peu ; joint à un subst. οὐδὲν προθυμίας THC litt. rien de zèle, càd aucune ardeur ; avec les relat. ὅστις et ὅς : οὐδεὶς ὅστις οὐ il n’y en a pas un qui ne, etc., càd absolument chacun, tous : οὐδὲν ὅ, τι οὐκ ἀπώλετο THC il n’y eut rien qui ne fût perdu ; οὐδεὶς ὅς οὐ, personne qui… ne, càd tous, chacun;
2 qui n’a pas de valeur, qui ne jouit d’aucune considération : οὐδένες ἐόντες HDT qui ne sont rien ; βαρβάρους τοὺς οὐδένας EUR les barbares, ceux qui ne comptent pas ; particul. au neutre : οὐδέν εἰμι HDT je ne suis rien, je suis perdu ; οὐδὲν ἔτι ἐσμέν XÉN nous ne sommes plus rien, nous sommes perdus ; avec une prép. : παρ’ οὐδὲν εἶναι SOPH n’être considéré comme rien ; παρ’ οὐδὲν ἄγειν SOPH, τίθεσθαι EUR, δι’ οὐδενὸς ποιεῖσθαι SOPH regarder comme rien;
adv.
• οὐδέν en rien : οὐδέν σε ῥέξω κακά IL je ne te causerai de mal en rien ; οὐδέν τι XÉN nullement, ou peu s’en faut, à peu près pas : οὐδέν τι πάντως HDT absolument pas ; οὐδὲν μᾶλλον ATT rien de plus ; οὐδὲν ἧττον rien de moins, néanmoins.
Étymologie: οὐδέ, εἷς ; sel. d’autres οὐ, éol. δείς = τις.

English (Autenrieth)

no one, nothing, in Homer only the neut. as adv., and the dat. masc., τὸ ὃν μένος οὐδενὶ εἴκων, Χ , Od. 11.515.

English (Slater)

οὐδείς (οὐδέν nom., acc.)
   1 no, nothing τερπνὸν δ' ἐν ἀνθρώποις ἴσον ἔσσεται οὐδέν (O. 8.53) οὐδὲ μακύνων τέλος οὐδέν (P. 4.286) κατέκλασε γὰρ ἐντέων σθένος οὐδέν (P. 5.34) pro subs., οὐδέν ποτε φαίνεται ἔμμεν ἄπιστον (P. 10.49) διείργει δὲ πᾶσα κεκριμένα δύναμις, ὡς τὸ μὲν οὐδέν, ὁ δὲ χάλκεος ἀσφαλὲς αἰὲν ἕδος μένει οὐρανός (N. 6.3) ὀλοφύλτ;ρομαι οὐγτ;δέν, ὅ τι πάντων μέτα πείσομαι (supp. Housman) Πα. . 21. ]δ' οὐδὲν προσαιτέων fr. 177f. πιστὸν δ' ἀπίστοις οὐδέν fr. 233.

English (Abbott-Smith)

οὐδείς, -δεμία, -δέν (also in WH, txt., the Hellenistic forms -θείς, -θέν, Lk 22:35 23:14, Ac 15:9 19:27 26:26, I Co 13:2, II Co 11:8; cf. BL, §6, 7; M, Pr., 56n, Thackeray, Gr., 58), related to μηδείς as οὐ to μή,
no, no one, none: with nouns, Lk 4:24, Jo 10:41, Ro 8:1, al.; absol., Mt 6:24, Mk 3:27, Lk 1:61, Jo 1:18, Ac 18:10, Ro 14:7, al. mult.; c. gen. partit., Lk 4:26, Jo 13:28, al.; neut., οὐδέν, Mt 10:26, al.; id. c. gen. partit., Lk 9:36, Ac 18:17,al.; οὐδὲν εἰ μή, Mt 5:13, Mk 9:29, al.; c. neg., strengthening the negation, Mk 15:4, 5 Lk 4:2, Jo 3:27, al.; adverbially, Ac 25:10, Ga 4:12, al.

English (Strong)

including feminine oudemia, and neuter ouden from οὐδέ and εἷς; not even one (man, woman or thing), i.e. none, nobody, nothing: any (man), aught, man, neither any (thing), never (man), no (man), none (+ of these things), not (any, at all, -thing), nought.

Greek Monolingual

ουδεμία, ουδέν (AM οὐδείς, οὐδεμία, οὐδέν, Α αρσ. και οὐθείς, ουδ. και οὐθέν)
(αόρ. αντων. που κλίνεται κατά το εἷς, μία, ἕν)
1. ούτε ένας, κανένας («οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν», ΚΔ)
2. το ουδ. ως ουσ. το ουδέν
κανένα πράγμα, τίποτε
3. φρ. «οὐδὲν ἧττον» — ουδόλως ολιγότερο

Greek Monotonic

οὐδείς: οὐδε-μίᾰ (ποτέ -μίη), οὐδ-έν,
I. 1. ούτε καν ένας, δηλ. κανένας, κανείς, όπως το Λατ. nullus αντί ne ullus, σε Όμηρ. κ.λπ.· σπανίως στον πληθ. (όπου αντί αυτού χρησιμ. το οὐδαμοί), σε Ξεν.· πρὸς οὐδένα τῶν Ἑλλήνων, σε Δημ.· βλ. κατωτ. II. 3.
2. οὐδεὶς ὅστις οὐ, Λατ. nemo non, καθένας, ο καθένας, σε Ηρόδ., Αττ.· οὐδὲν ὅ τι οὐ, Λατ. nihil non, κάθε τι, καθένα, σε Ηρόδ.· η περίφραση αυτή κατέληξε να θεωρείται ως μία λέξη, έτσι ώστε το οὐδείς πέρασε στην ίδια πτώση με το αναφορ.· οὐδένα ὅντινα οὐ κατέκλασε, σε Πλάτ.
II. 1. μηδαμινός, τιποτένιος, σε Αριστοφ.
2. στο ουδ. λέγεται και για πρόσ.· οὐδέν εἰμι, σε Ηρόδ.· πρὸς τὸν οὐδένα, σε Ευρ.· οὐδὲν εἶναι, δεν είμαι ικανός για τίποτε, είμαι ανάξιος, σε Αριστοφ.
3. στον πληθ., οὐδένες ἐόντες, όντας τιποτένιοι, ανίκανοι, σε Ηρόδ.· ὄντες οὐδένες, σε Ευρ.· ὁ μηδὲν ὢν κἀξ οὐδένων κεκλήσομαι, στον ίδ.
4. με προθ., παρ' οὐδὲν ἄγειν, θέσθαι, οδηγώ στο μηδέν, στην ανυποληψία, στην απαξίωση, σε Σοφ., Ευρ.· δι'οὐδενὸς ποιεῖσθαι, σε Σοφ.· ἐν οὐδενὸς εἶναι μέρει, σε Δημ.
III. 1. το ουδ. ως επίρρ., καθόλου, τίποτε, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.
2. οὐδὲν ἄλλο ἤ, βλ. ἄλλος.

Russian (Dvoretsky)

οὐδείς: οὐδε-μίᾰ, οὐδεν, gen. οὐδενός, οὐδεμιᾶς, οὐδενός (pl. οὐδένες, gen. οὐδένων - чаще οὐδαμοί)
1) ни один, никакой, никто (ничто): οὐδενὶ εἴκων Hom. никому не уступающий; οὐ. ἐκοιμήθη Xen. никто не отдыхал; οὐ., ὅστις οὐ Her. (лат. nemo non) ни один, кто бы не, т. е. решительно каждый; οὐδὲν ὃ, τι οὐ Thuc. ничто, что бы не, т. е. решительно все; οὐδενὶ ὅτῳ οὐκ ἀποκρινόμενος Plat. никому не отказывая в ответе; ἤ τις ἢ οὐ. Her. очень немногие или (вообще) никто, т. е. едва ли кто-нибудь; οὐδὲν πρὸς τὸν Διόνυσον погов. Luc. Дионис тут не при чем (ср. русск. ни к селу ни к городу);
2) ничего не стоящий, ничего не значащий, ничтожный: ὄντες οὐδένες Eur. будучи совершенными ничтожествами (см. тж. пример в οὐδαμός 2); παρ᾽ οὐδὲν εἶναι Soph. или ἐν οὐδενὸς εἶναι μέρει Dem. ничего не значить, быть презираемым; δι᾽ οὐδενὸς ποιεῖσθαι Soph. и παρ᾽ οὐδὲν ἄγειν Soph. или τίθεσθαι Eur. не ставить ни во что; οὐδὲν εἶ Arph. пустой ты человек; οὐδὲν λέγειν Arph. говорить вздор; οὐδέν εἰμι Her. я погиб; οὐδὲ ἔτι ἐσμέν Xen. мы уже погибли; εἰς οὐδὲν γενέσθαι NT исчезнуть - см. тж. οὐδέν.

Middle Liddell

never οὐδεμίη]
I. and not one, i. e. no one, none, as Lat. nullus, for ne ullus, Hom., etc.:—rare in pl. (οὐδαμοί being used instead), Xen.; πρὸς οὐδένας τῶν Ἑλλήνων Dem.; v. infr. II. 3.
2. οὐδεὶς ὅστις οὐ, Lat. nemo non, every one, Hdt., attic; οὐδὲν ὅ τι οὐ, Lat. nihil non, every, Hdt.; this came to be regarded as one word, so that οὐδείς passed into the same case as the relative, οὐδένα ὅντινα οὐ κατέκλασε Plat.
II. naught, good for naught, Ar.
2. in neut. of persons, οὐδέν εἰμι Hdt.; πρὸς τὸν οὐδένα Eur.; οὐδὲν εἶναι to be good for nothing, Ar.
3. in pl., οὐδένες ἐόντες being nobodies, Hdt.; ὄντες οὐδένες Eur.; ὁ μηδὲν ὢν κἀξ οὐδένων κεκλήσομαι Eur.
4. with Preps., παρ' οὐδὲν ἄγειν, θέσθαι to make of no account, Soph., Eur.; δι' οὐδενὸς ποιεῖσθαι Soph.; ἐν οὐδενὸς εἶναι μέρει Dem.
III. neut. οὐδέν as adv. not at all, naught, Il., etc.
2. οὐδὲν ἄλλο ἤ, v. ἄλλος.