Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οικειοποιούμαι

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

(Α οἰκειοποιοῡμαι, -έομαι)
παίρνω κάτι που ανήκει σε άλλον και το κάνω δικό μου, σφετερίζομαι, ιδιοποιούμαι
αρχ.
1. υιοθετώ
2. (το ενεργ.) οἰκειοποιῶ, -έω- καθιστώ κάτι οικείο σε κάποιον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < οἰκεῖος + -ποιῶ / -ποιοῦμαι (< -ποιός)].