Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οικοδόμηση

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

η (Α οἰκοδόμησις) οικοδομώ
1. ανέγερση οικοδομήματος, δόμηση, κτίσιμο («άρχισαν οι εργασίες οικοδόμησης του μεγάρου»)
2. ο τρόπος κατά τον οποίο οικοδομείται κάτι («τειχῶν περὶ οἰκοδομήσεως», Πλάτ.)
νεοελλ.
μτφ. δημιουργία («η οικοδόμηση ενός καλύτερου μέλλοντος»)
αρχ.
το κτήριο, το οικοδόμημα.