Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κτήριο

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

και χτήριο, το
καθετί που είναι κτισμένο, οικοδόμημα, ιδίως μεγάλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εὐ-κτή-ριον «εκκλησία» (< εὔχομαι), ενώ κατ' άλλους < οἰ-κτή-ριον < οἰ-κητή-ριον < οἰκῶ. Η γραφή κτίριο οφείλεται σε παρετυμολογική σύνδεση με το ρ. χτίζω και θεωρείται εσφαλμένη διότι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί παράγωγο σε -ριο < ρ. σε -ίζω].