Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δημιουργία

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: δημιουργία Medium diacritics: δημιουργία Low diacritics: δημιουργία Capitals: ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
Transliteration A: dēmiourgía Transliteration B: dēmiourgia Transliteration C: dimiourgia Beta Code: dhmiourgi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A workmanship, handicraft, Pl.R.401a; τέχναι καὶ δ. ib.495d; piece of mechanism, Arist.Mu.400a1.    2 making, creating, ζῴων Pl.Ti.41c, etc.; δ. ἔκ τινος Id.Plt.280c; creative activity, μεριστὴ δ. Jul.Or.5.179b, al.; the creation, ἡ φανερὰ δ. ib.4.144b; ὁ κόσμος ὅδε καὶ ἁπλῶς ἡ δ. Dam.Pr.283.    3 physical function, Arist.HA489a13.    4 δ. τῶν τεχνῶν handling or practising them, Pl.Smp.197a.    II the office of δημιουργός, OGI578.12 (pl., Tarsus), etc.: generally, magistracy, office, Arist.Pol.1310b22 (pl.).

German (Pape)

[Seite 562] ἡ, das Verfertigen, Hervorbringen; ζώων Plat. Tim. 41 c; Arist. H. A. 1, 13; τῶν εἰδώλων Plat. Rep. X, 599 a; ἐκ τῶν λίνων Polit. 280 c; τεχνῶν, Betreiben der Künste, Conv. 197 a; die Kunst, das Handwerk, γραφικὴ καὶ πᾶσατοιαύτη δ. Rep. IV, 401 a; καὶ τέχναι VI, 495 d; αἱ τῶν περὶ τὰ πέμματα δημιουργίαι Ath. I, 18 c. – Die Verwaltung der Staatsangelegenheiten, Staatsamt, Arist. Pol. 5, 10.

Greek (Liddell-Scott)

δημιουργία: ἡ, τὸ κατασκευάζειν, ἡ κατασκευή, ποίησις, ζῴων Πλάτ. Τιμ. 41C, κτλ.· δ. τινὸς ἔκ τινος ὁ αὐτ. Πολιτ. 280C. 2) ἐργασία, ἐπιτηδειότης, χειροτεχνία, ὁ αὐτ. Πολ. 401Α, 495D. 3) ἐνέργεια, λειτουργία, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 1. 3, 2. 4) δ. τῶν τεχνῶν, ἄσκησις αὐτῶν, ἐφαρμογή, Πλάτ. Συμπ. 197Α. ΙΙ. τὸ ὑπούργημα ἄρχοντος (ἴδε δημιουργὸς ΙΙ)· καθόλου, ἀρχή, ἐξουσία, ὑπούργημα, ἀξίωμα, Ἀριστ. Πολ. 5. 10, 5.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 profession d’artisan, métier;
2 en gén. pratique d’un art;
3 production, fabrication, création.
Étymologie: δημιουργός.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ

• Alolema(s): jón. -ίη Hp.de Arte 8, 11; el. ζαμιοργ- IO 2.6 (VII/VI a.C.); dór. y el. δαμιοργ- IO 4.6 (VII/VI a.C.), 16.2 (VI/V a.C.), IG 4.493 (Micenas VI/V a.C.); δημιοεργείη Procl.H.7.20
I abstr.
1 oficio τέχναι τε καὶ δημιουργίαι Pl.R.495d, D.Chr.27.5, τις ἀφανὴς δ. Arist.Mu.400a1, Mir.846a20, εἴδωλα ... ταῖς ... δημιουργίαις περιττῶς εἰργασμένα D.S.16.92, (Ὅμηρος) μορφὴν ἐγγύτατα τῆς δημιουργίας ἐμιμήσατο D.Chr.12.62, μεταλαβεῖν δημιουργίας D.Chr.12.80, ἐπίνοια καὶ δ. D.Chr.77/78.24, ὑπερβάλλεσθαι τὴν δημιουργίαν τῇ καλλιτεχνίᾳ Plu.Per.13, ἐπί τε ταῖς δημιουργίαις καὶ ἐπὶ τοῖς ἄλλοις ἔργοις ... μείναντες D.C.28.2, δημιουργίας ἐπιτηδεῦσαι D.C.56.3.7, αἱ ... περὶ τὰ πέμματα δημιουργίαι Ath.18d, ξυμμετρίαν, ἐφ' ἧς ἡ δ. βαίνει Philostr.Im.1.16, δημιοεργείην νοερὴν ψυχαῖσι βαλοῦσα de Atenea, Procl.l.c., cf. Aristid.Quint.91.21, φυσικὴ δ. de la astrología, Vett.Val.248.18
arte γραφικὴ ... καὶ πᾶσα ἡ τοιαύτη δ. la pintura y artes similares Pl.R.401a, ἡ τῶν τεχνῶν δ. la práctica o ejercicio de las artes Pl.Smp.197a, de la medicina οἱ ταύτης τῆς δημιουργίης ἔμπειροι Hp.de Arte 8, cf. 11.
2 producción, construcción κατὰ τὰς δημιουργίας τὰς τεχνικάς Philol.B 11, ἐκ τῶν λίνων καὶ σπάρτων ... δ. Pl.Plt.280c, c. gen. (πλοίων) Plb.Fr.39, ἡ τῶν κατὰ τὸν νεὼν δ. la construcción de objetos del templo Ph.1.369, ὁ τρόπος τῆς δημιουργίας αὐτῶν (τῶν κατασκευασμάτων) I.AI 12.42
fig., de partes del cuerpo δημιουργίῃ συνδεσμεύμενα εἱλεῖται περὶ κοιλίην ἔντερα unidos en artesana construcción, los intestinos se enrollan en el vientre Hp.Ep.23.
3 creación τῶν ζῴων por parte de los dioses, Pl.Ti.41c, ὁ νοῦς ... ὀργάνῳ τῷ πυρὶ πρὸς τὴν δημιουργίαν χρῆται Corp.Herm.10.18, cf. Ph.1.163, ὕλην ... τὴν πρόφασιν αὐτῷ (τῷ θεῷ) τῆς δημιουργίας παρέχουσαν en la teoría platónica, Iust.Phil.Coh.Gr.6.1, cf. 22.4
actividad creadora ἡ Διονύσου μεριστὴ δ. Iul.Or.8.179b, 11.144a, ἡ φανερὰ ... δ. Iul.Or.11.144b, cf. Dam.in Prm.283, Leo Mag. en Pamph.Mon.Solut.3.81
crist. Creación por parte de Dios, 1Ep.Clem.20.6, τερπόμενος τῇ δημιουργίᾳ Clem.Al.Strom.2.2.6, τὸ σάββατον ... δημιουργίας ἐστὶν ὑπόμνημα Const.App.7.23.3
c. gen. obj. ἡ πρώτη τοῦ ἀνθρώπου δ. Eus.Is.42.5
tb. en sent. concr. obra de Creación ὢ τῆς ἀνεξιχνιάστου δημιουργίας ¡oh inescrutable obra de la Creación! de la redención, Ep.Diog.9.5, δημιουργίαν τὴν ὑπ' αὐτοῦ γεγενημένην χάριν ἡμῶν προσκυνεῖν οὐ θέλω Tat.Orat.4, cf. Eun.Cyz.Apol.22, 26.
4 función fisiológica de los órganos reproductores, Arist.HA 489a13.
5 resultado, efecto ἡ τοῦ θερμοῦ δ. Arist.Mete.389a28.
II concr. taller artesanal πάντα δὲ μεστὰ γυμνασίων, κρηνῶν, προπυλαίων, νεῶν, δημιουργιῶν de Roma, Aristid.Or.26.97.
III admin. demiurgia, cargo de demiurgo (cf. δημιουργός III 1 a)) bajo las tiranías τὸ γὰρ ἀρχαῖον οἱ δῆμοι καθίστασαν πολυχρονίους τὰς δημιουργίας καὶ τὰς θεωρίας Arist.Pol.1310b22, en Élide IO ll.cc., en Micenas IG l.c.
imper., en ciu. del sur de Asia Menor (cf. δημιουργός III 3 b)) JRCil.2.21b.24, OGI 578.12 (Cilicia III d.C.), SEG 31.1288.6 (Side III d.C.).

Greek Monolingual

η (AM δημιουργία
Α και δημιοεργείη) δημιουργός
1. το να δημιουργεί κάποιος κάτι
2. η κτίση, η πλάση του κόσμου από τον Θεό
3. η πλάση, ο κόσμος, το σύμπαν
νεοελλ.
1. έξοχο πνευματικό ή καλλιτεχνικό δημιούργημα
2. πρωτότυπο, νέο καλλιτεχνικό δημιούργημα
3. η πρόκληση, η διαμόρφωση μιας νέας καταστάσεως («η δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης»)
αρχ.
1. η πρακτική τέχνη, η βιοτεχνία («ἡ γραφικὴ καὶ πᾱσα ἡ τοιαύτη δημιουργία»)
2. η εξάσκηση παρόμοιας τέχνης
«τὴν τῶν τεχνῶν δημιουργίαν»)
3. (για τα γεννητικά μόρια) φυσιολογική λειτουργία
4. το αξίωμα, η αρχή του δημιουργού
5. δημόσιο λειτούργημα.

Greek Monotonic

δημιουργία: ἡ,
1. δημιουργία, γέννηση, κατασκευή, σε Πλάτ.
2. ανθρώπινη εργασία, χειροτεχνία, στον ίδ.· δ. των τεχνῶν, τις εξασκώ, τις εφαρμόζω, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

δημιουργία:
1) ремесло, мастерство (τέχναι τε καὶ δημιουργίαι Plat.);
2) работа, выполнение: ἡ τῶν τεχνῶν δ. Plat. занятие искусствами;
3) биол. деятельность, функция Arst.;
4) изготовление, производство (τῶν εἰδώλων Plat.): ἡ ἐκ τῶν λίνων δ. Plat. производство льняных изделий;
5) создавание, творение (τῶν ζῴων Plat.);
6) образование (τοῦ θερμοῦ Arst.);
7) общественная работа или должность (δημιουργίαι καὶ θεωρίαι Arst.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δημιουργία -ας, ἡ [δημιουργός] handwerk, beroep, ambacht. productie, schepping:. τῶν ζῷων δ. het vervaardigen van de levende wezens Plat. Tim. 41c. staatsambt.

Middle Liddell


1. a making, creating, Plat.
2. workmanship, handicraft, Plat.; δ. τῶν τεχνῶν practising them, Plat..