Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οικουμένη

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

Greek Monolingual

η (ΑΜ οικουμένη, Α ιων. τ. οἰκεομένη, αιολ. τ. οἰκημένα)
1. όλες οι χώρες και όλοι οι λαοί της γης («ἐμὲ ἀνέδειξε βασιλέα τῆς οἰκουμένης ὁ κύριος τοῦ Ἰσραήλ», ΠΔ)
2. (κατ' επέκτ.) όλη η έκταση της γης, η υφήλιος, ο κόσμος, το σύμπαν («όλην την οικουμένην σκεπάζουν σκοτεινά... τα μεγάλα πτερά της βαθειάς νύκτας», Κάλβ.)
αρχ.
1. το μέρος της γης που κατοικούσαν οι Έλληνες, ο ελληνικός κόσμος, σε αντιδιαστολή προς τις βαρβαρικές χώρες
2. (στους Ρωμαίους) όλος ο κόσμος που βρισκόταν κάτω από την εξουσία της Ρώμης, ο ρωμαϊκός κόσμος
3. φρ. «ἡ οἰκουμένη ἡ μέλλουσα» — η επερχόμενη βασιλεία του Χριστού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Οικουμένη (ενν. γη). Ουσιαστικοποιημένος τ. του θηλ. της μτχ. οἰκούμενος του ρ. οἰκοῡμαι].