Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ουδέποτε

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

(ΑΜ οὐδέποτε, Α ιων. τ. οὐδέκοτε δωρ. τ. οὐδέποκα και, στον Όμ., οὐδέ ποτε)
επίρρ. ούτε μια φορά, ποτέ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < οὐδέ + ποτέ (πρβλ. μηδέ-ποτε)].