Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ουσιώδης

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

-ες (ΑΜ οὐσιώδης, -ῶδες) ουσία
γεμάτος ουσία, πραγματικός, αληθινόςουσιώδης σύγκρισις», Επίκ.)
νεοελλ.
αυτός που αποτελεί την ουσία, κύριος, σημαντικόςουσιώδης διαφορά»).
επίρρ...
ουσιωδώς (ΑΜ οὐσιωδῶς)
κατά ουσιώδη τρόπο.