Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σημαντικός

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: σημαντικός Medium diacritics: σημαντικός Low diacritics: σημαντικός Capitals: ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ
Transliteration A: sēmantikós Transliteration B: sēmantikos Transliteration C: simantikos Beta Code: shmantiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A significant, opp. ἄσημος, ὄνομά ἐστι φωνὴ σ. κατὰ συνθήκην ἄνευ χρόνου Arist.Int.16a19; ῥῆμα . . φωνὴ συνθετὴ σ. μετὰ χρόνου Id.Po.1457a14; λόγος . . ἐστι φωνὴ σ. κατὰ συνθήκην Id.Int.16b26, cf. Stoic.2.48: c. gen., σ. ὑγιείας Arist.Top.106b36; σ. πάσης κακίας D.S.3.4; σ. ὄρη mountains giving signs of the weather, Thphr.Sign.51; σ. παρωτίδων indicative of mumps, Gal.17(1).405; -κά significant symptoms, Hp.Praec.11. Adv. -κῶς Arist.Top.106b37: c.gen., M.Ant.10.7: Sup. -ώτατα Longin.31.1.

German (Pape)

[Seite 874] zum Zeichen, zum Bezeichnen gehörig, geschickt; dah. bezeichnend, deutlich; φωνή, Plut. de an. procr. 27; ἐμφάσεις, Symp. 8, 10, 2; ὑγιείας, Arist. top. 1, 15.

Greek (Liddell-Scott)

σημαντικός: -ή, -όν, ὁ ἔχων σημασίαν, σημαίνων τι, ἐνδεικτικός, δηλωτικός, ἀντίθετον τῷ ἄσημος, ὄνομά ἐστι φωνὴ χρόνου σημαντικὴ Ἀριστ. π. Ἑρμην. 2. 2· ῥῆμα ... φωνὴ σημαντικὴ μετὰ χρόνου ὁ αὐτ. ἐν Ποιητ. 20. 9· λόγος ... ἐστὶ φωνὴ σ. κατὰ συνθήκην ὁ αὐτ. π. Ἑρμην. 4, 1·- μετὰ γεν., σ. ὑγιείας ὁ αὐτ. ἐν Τοπ. 1. 15, 10· σ. πάσης κακίας Διόδ. 3. 4·- σ. ὄρη, παρέχοντα σημεῖα τοῦ καιροῦ, Θεοφρ. Ἀποσπ. 6. 4, 2. - Ἐπίρρ. -κῶς, Ἀριστ. Τοπ. 1. 15, 10· ὑπερθ. -ώτατα, Λογγῖν. 31. 1.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
qui est un indice de, gén..
Étymologie: σημαίνω.

Greek Monolingual

-ή, -ό / σημαντικός, -ή, -όν, ΝΜΑ σημαίνω
αυτός που δηλώνει, που φανερώνει κάτι, που έχει μια ορισμένη σημασία (α. «ρήματα κινήσεως σημαντικά» β. «ὄνομά ἐστι φωνὴ σημαντικὴ κατὰ συνθήκην ἄνευ χρόνου», Αριστοτ.
γ. «δυνάμεως δὲ σημαντικὸν τὸ κέρας», Κύριλλ.)
νεοελλ.
1. αυτός που έχει μεγάλη σημασία, μεγάλη σπουδαιότητα, αξιόλογος, αξιοσημείωτος (α. «σημαντικός παράγοντας» β. «σημαντική εξέλιξη» γ. «σημαντικά κέρδη»)
2. το θηλ. ως ουσ. η σημαντική
η σημασιολογία
μσν.-αρχ.
1. αυτός που παρέχει ενδείξεις, που βοηθάει στην πρόβλεψη (α. «σημαντικὰ ὄρη» — τα βουνά που παρέχουν ενδείξεις για την πρόβλεψη του καιρού, Θεόφρ.
β. [για τα άστρα] «οὐκ αἴτια γενέσεως, σημαντικὰ δὲ τῶν γινομένων», Ωριγ.)
2. σημάδι, σύμπτωμα νόσου («σημαντικὸς παρωτίδων» — δηλωτικός παρωτίτιδας, Γαλ.)
αρχ.
(το ουδ. στον πληθ. ως ουσ.) τὰ σημαντικά
τα συμπτώματα τών νόσων.
επίρρ...
σημαντικά / σημαντικῶς ΝΜΑ
νεοελλ.
κατά τρόπο σημαντικό, αξιοσημείωτα, σοβαρά, σε αρκετό βαθμό («τα έσοδα αυξήθηκαν σημαντικά»)
μσν.-αρχ.
κατά τρόπο δηλωτικό, ενδεικτικώς.

Russian (Dvoretsky)

σημαντικός: обозначающий, указывающий, знаменательный, значимый (φωνή Arst.): σ. τινος Arst., Diod. обозначающий что-л.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σημαντικός -ή -όν [σημαίνω] betekenisdragend.