Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παραπάνω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

και παραπάνου
επίρρ.
1. τοπ. α) πιο πάνω, πιο ψηλά («στο παραπάνω σκαλοπάτι»)
β) παραπέρα («κάθεται στο παραπάνω σπίτι»)
2. (ποσ. ή χρον.) επί πλέον, περισσότερο, πιο πολύ («πλήρωσε παραπάνω απ' όσο υπολόγιζε»)
3. φρ. «με το παραπάνω» — περισσότερο από ικανοποιητικά, αρκετά, άφθονα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- (ε)πάνω].