Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παραπλάνηση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παραπλανώ, εκτροπή από την ευθεία οδό, αποπλάνηση, ξελόγιασμα
2. εξαπάτηση, ξεγέλασμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παραπλανώ. Η λ., στον λόγιο τ. παραπλάνηοις, μαρτυρείται από το 1891 στην εφημερίδα Άστυ].