Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκτροπή

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η (AM ἐκτροπή)
απομάκρυνση από την αρχική κατεύθυνση, απόκλιση
νεοελλ.
(πυροβ.)
1. απόκλιση του βλήματος από το κατακόρυφο επίπεδο βολής
2. (κοσμογρ.) η απομάκρυνση κινούμενου σώματος από την κανονική του τροχιά
αρχ.
1. (ειδ.) παροχέτευση νερού ποταμού με διώρυγα
2. διώρυγα
3. αποφυγή, έκκλιση, αποστροφή
4. (για λόγο) παρέκβαση, το σημείο όπου γίνεται η παρέκβαση
5. διακλάδωση, διχασμός δρόμου, σταυροδρόμι
6. (για δρόμο) στροφή
7. πάροδος, παράμερος δρόμος, μονοπάτι
8. διακλάδωση διώρυγας
9. (για όνομα) παραλλαγή, άλλος τύπος
10. (για ποταμό) ξεχείλισμα
11. αλλαγή βίου, μεταβολή τρόπου ζωής
12. ωροσκόπος
13. διανοητική παράκρουση
14. αστρολ. η στιγμή του τοκετού
15. ιατρ. αναστροφή του βλεφάρου.