Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρατηρητήριο

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

το
1. θέση που χρησιμοποιείται για την εκτέλεση παρατηρήσεων
2. στρ. φυσική θέση πάνω σε ύψωμα του εδάφους, ή ειδικά κατασκευασμένη, από την οποία είναι δυνατή η κατόπτευση τών κινήσεων του αντιπάλου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρατηρώ + επίθημα -τήριο (πρβλ. διαβα-τήριο). Η λ. μαρτυρείται από το 1878 στον Γ. Χρ. Βάφα].