Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φυσική

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η, Ν
1. η επιστήμη της ύλης, της κίνησης και της ενέργειας, της οποίας οι νόμοι εκφράζονται με τη γλώσσα τών μαθηματικών και της οποίας τελικός στόχος είναι να διατυπωθεί ένα ενοποιημένο σύνολο νόμων, στους οποίους υπακούει η ύλη, η κίνηση και η ενέργεια σε μικρές, υποατομικές αποστάσεις, στην ανθρώπινη-μακροσκοπική κλίμακα της καθημερινής ζωής, καθώς και στις μέγιστες αποστάσεις, λ.χ. σε εξωγαλαξιακή κλίμακα
2. σύγγραμμα σχετικό με τον επιστημονικό αυτό κλάδο
3. φρ. α) «κλασική φυσική» — ο κορμός της φυσικής που αναπτύχθηκε από την αρχαιότητα έως τις αρχές του 20ού αιώνα και που μπορεί να περιγράψει σε μεγάλο βαθμό τις κινήσεις μακροσκοπικών αντικειμένων που έχουν μικρή ταχύτητα σε σχέση με την ταχύτητα του φωτός, καθώς και φαινόμενα τα οποία σχετίζονται με τη θερμότητα, τον ήχο, τον ηλεκτρισμό, τον μαγνητισμό και το φως
β) «σύγχρονη φυσική» — η φυσική που αναπτύχθηκε μετά από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και μετά από τη διατύπωση και επιβεβαίωση της θεωρίας της σχετικότητας και της κβαντικής θεωρίας και η οποία τροποποιεί τους νόμους της κλασικής φυσικής προκειμένου για μεγάλες ταχύτητες που προσεγγίζουν την ταχύτητα του φωτός, για αντικείμενα με πολύ μεγάλη μάζα και για τα πάρα πολύ μικρά συστατικά της ύλης, όπως είναι τα άτομα και τα στοιχειώδη υποατομικά σωματίδια'γ) «πυρηνική φυσική» — βλ. πυρηνικός
δ) «ατομική φυσική» — βλ. ατομικός
ε) «φυσική τών στοιχειωδών σωματιδίων» ή «φυσική τών υψηλών ενεργειών» — ένας από τους πιο σημαντικούς κλάδους της σύγχρονης φυσικής, ο οποίος μελετά τα θεμελιώδη υποατομικά συστατικά της ύλης, τα στοιχειώδη σωματίδια
στ) «φυσική τών νεφών»
(μετεωρ.) κλάδος της μετεωρολογίας που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη τών ιδιοτήτων, τών φαινομένων και τών διεργασιών που συνδέονται με τον σχηματισμό, την ανάπτυξη και τη διασπορά τών νεφών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του θηλ. του επιθ. φυσικός.

Russian (Dvoretsky)

φῠσική: ἡ (sc. ἐπιστήμη) начала естествознания, философия природы Arst.