Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρθενοκόμος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: παρθενοκόμος Medium diacritics: παρθενοκόμος Low diacritics: παρθενοκόμος Capitals: ΠΑΡΘΕΝΟΚΟΜΟΣ
Transliteration A: parthenokómos Transliteration B: parthenokomos Transliteration C: parthenokomos Beta Code: parqenoko/mos

English (LSJ)

ον,

   A taking care of maidens, An.Ox.2.398 :—also παρθενο-κομία, ἡ, ibid.

Greek (Liddell-Scott)

παρθενοκόμος: -ον, ὁ φροντίζων περὶ τῶν παρθένων, Ἀνέκδ. Ὀξ. 2. 398, 17.

Greek Monolingual

-ον Α
αυτός που φροντίζει ή ανατρέφει παρθένους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρθένος + -κόμος (< κομῶ «φροντίζω»), πρβλ. βρεφο-κόμος].