Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρθενώδης

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: παρθενώδης Medium diacritics: παρθενώδης Low diacritics: παρθενώδης Capitals: ΠΑΡΘΕΝΩΔΗΣ
Transliteration A: parthenṓdēs Transliteration B: parthenōdēs Transliteration C: parthenodis Beta Code: parqenw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A maiden-like, St.Byz. s.v. Παρθένιος.

German (Pape)

[Seite 522] ες (εἶδος), von jungfräulichem Ansehen, jungfräullch, St. B. v. Παρθένιος.

Greek (Liddell-Scott)

παρθενώδης: -ες, (εἶδος) ὅμοιος πρὸς παρθένον, παρθενικός, Στέφ. Β. ἐν λ. Παρθένιος.

Greek Monolingual

-ῶδες, παρθένος
Α ο όμοιος με παρθένο.