Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρουσίαση

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

η παρουσιάζω
1. το να παρουσιάσει κάποιος κάτι («η παρουσίαση τών νέων στοιχείων στο δικαστήριο μετέβαλε την ατμόσφαιρα)
2. το να συστήσει κανείς κάποιον σε ανώτερό του («η παρουσίαση είχε αυστηρό τυπικό»)
3. η επίδειξη ενώπιον κάποιου («η παρουσίαση τών εκθεμάτων ικανοποίησε τους επισκέπτες της έκθεσης»)
4. η αυτοπρόσωπη εμφάνιση κάποιου σε ανώτερο του
5. (σχετικά με τηλεοπτ. εκπομπή)
μετάδοση, εκφώνηση
6. παράσταση.