Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλαγγόνιον

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός -> Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics
Full diacritics: πλαγγόνιον Medium diacritics: πλαγγόνιον Low diacritics: πλαγγόνιον Capitals: ΠΛΑΓΓΟΝΙΟΝ
Transliteration A: plangónion Transliteration B: plangonion Transliteration C: plaggonion Beta Code: plaggo/nion

English (LSJ)

τό, a kind of

   A ointment, Polem.Hist.64, Sosib.23, Poll. 6.104. (Named from the inventor, Πλαγγών.)

German (Pape)

[Seite 623] τό, dim. von πλαγγών 2, eine Art Salbe, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

πλαγγόνιον: τό, μύρον τι εὑρεθὲν ὑπό τινος Πλαγγόνος, Πολέμων καὶ Σωσίβιος παρ’ Ἀθην. 690Ε, Πολυδ. Ζ΄, 104.

Greek Monolingual

τὸ, Α Πλαγγών
είδος μύρου το οποίο ονομάστηκε έτσι από το όνομα του εφευρέτη του που ήταν ο αρωματοποιός Πλάγγων ή Πλαγγών, ή, κατ' άλλους, μια εταίρα, η Πλαγγών.