Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλουτοβρύτης

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek (Liddell-Scott)

πλουτοβρύτης: ὁ, ὁ βρύων πλοῦτον, Θ. Στουδ. σ. 1792, ἔκδ. Mi.

Greek Monolingual

ὁ, Μ
αυτός από τον οποίο αναβλύζει πλούτος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πλοῦτος + βρύω «είμαι γεμάτος, έχω αφθονία, αναβλύζω»].