Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρόσοψη

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet → May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris

Greek Monolingual

η / πρόσοψις, -όψεως, ΝΜΑ ὄψις
νεοελλ.
1. η πρόσθια όψη αντικειμένου και, ιδίως, οικοδομήματος, όπου βρίσκεται και η κύρια είσοδός του
2. φρ. «θα σού χαλάσω την πρόσοψη»
(διαλ.) θα σού καταστρέψω το πρόσωπο
μσν.-αρχ.
το πρόσωπο («σὴν πρόσοψιν εἰσιδεῖν», Σοφ.)
αρχ.
1. η εξωτερική όψη, η εμφάνιση ενός αντικειμένου
2. κοίταγμα, θέαση («εἰς πρόσοψιν τῆς ἐμῆς ἐλθὼν ἐγὼ γυναικός», Ευρ.)
3. καθετί που βλέπει ή παρατηρεί κανείς με προσοχή, θέα («ξενίζουσαν ἅμα καὶ καταπληκτικὴν συνέβαινε γίγνεσθαι τὴν πρόσοψιν», Πολ.)
4. πιθ. επαγρύπνηση, προσοχή.