Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πταιστός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: πταιστός Medium diacritics: πταιστός Low diacritics: πταιστός Capitals: ΠΤΑΙΣΤΟΣ
Transliteration A: ptaistós Transliteration B: ptaistos Transliteration C: ptaistos Beta Code: ptaisto/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A liable to fail, Eust.48.24 (prob.).

Greek (Liddell-Scott)

πταιστός: -ή, -όν, ὁ δυνάμενος νὰ πταίσῃ, νὰ ἀποτύχῃ, Κραμήρ. Ἀνέκδ. Παρ. 1. 43, Εὐστ., κλπ.

Greek Monolingual

-ή, -όν, Μ πταίω
αυτός που είναι δυνατόν να υποπέσει σε πταίσμα.