Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκόνη

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

η, Ν
1. πολύ μικρά μόρια στερεάς ύλης, κονιορτός («θωρούσι σκόνης σύννεφο στα ύψη σηκωμένο», Ερωτόκρ.)
2. ποσότητα κονιοποιημένου φαρμάκου, σκονάκι
3. φρ. α) «μ' έκανε σκόνη»
μτφ. μέ διέλυσε, μέ κατανίκησε
β) «ρίχνω σκόνη στα μάτια»
μτφ. εξαπατώ, ξεγελώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. κόνις, με ανάπτυξη προθετικού σ- (πρβλ. βώλος: σβώλος)].