Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκόνη

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

η, Ν
1. πολύ μικρά μόρια στερεάς ύλης, κονιορτός («θωρούσι σκόνης σύννεφο στα ύψη σηκωμένο», Ερωτόκρ.)
2. ποσότητα κονιοποιημένου φαρμάκου, σκονάκι
3. φρ. α) «μ' έκανε σκόνη»
μτφ. μέ διέλυσε, μέ κατανίκησε
β) «ρίχνω σκόνη στα μάτια»
μτφ. εξαπατώ, ξεγελώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. κόνις, με ανάπτυξη προθετικού σ- (πρβλ. βώλος: σβώλος)].