Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σοδειά

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

και σοδιά, η, Ν
1. η συγκομιδή τών καρπών ή άλλων αγροτικών προϊόντων αφού ωριμάσουν
2. το σύνολο τών καρπών και προϊόντων που συγκομίζονται για μια χρονική περίοδο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εἰσοδεία, με συνίζηση του -εια και σίγηση του αρκτικού / i / γιατί θεωρήθηκε ως το άρθρο η (βλ. και λ. εσοδεία)].