Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σουβλερός

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

και σουγλερός, -ή, -ό, Ν
αιχμηρός, μυτερός, οξύς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σούβλα / σούγλα + κατάλ. -ερός (πρβλ. μυτ-ερός)].