Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στέρνα

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

η, Ν
1. τεχνολ. κτιστή δεξαμενή νερού που είναι κατασκευασμένη με τη βάση της στο έδαφος
2. ζωολ. γένος λαρόμορφων πτηνών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί κατ' απόσπαση από το αρχ. κιστέρνα (< λατ. cisterna «δεξαμενή» < αρχ. ελλ. κίστη)].