Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στέφανο

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

το, Ν
1. (κυρίως στον πληθ.) τα στέφανα
γαμήλιο, νυφικό στεφάνιποιός θα τους αλλάξει τα στέφανα;»)
2. φρ. α) «καλά στέφανα»
(ως ευχή προς μνηστευμένους) με το καλό να γίνει ο γάμος
β) «κάτω από τα στέφανα» — την ώρα της γαμήλιας στέψης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στέφανος, με αλλαγή γένους].