Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στέφανο

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

το, Ν
1. (κυρίως στον πληθ.) τα στέφανα
γαμήλιο, νυφικό στεφάνιποιός θα τους αλλάξει τα στέφανα;»)
2. φρ. α) «καλά στέφανα»
(ως ευχή προς μνηστευμένους) με το καλό να γίνει ο γάμος
β) «κάτω από τα στέφανα» — την ώρα της γαμήλιας στέψης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στέφανος, με αλλαγή γένους].