Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σταμάτημα

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

και σταμάτισμα, το, Ν σταματώ
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σταματώ, παύση, στάση (α. «σταμάτημα της καρδιάς» β. «σταμάτημα της μηχανής» γ. «σταμάτημα της βροχής»)
2. εξαναγκασμός σε παύση, σε στάσησταμάτημα τών ληστών από τους αστυνομικούς»)
3. παρεμπόδιση, ανακοπή, αναχαίτιση (α. «σταμάτημα της αιμορραγίας» β. «σταμάτημα της επίθεσης»).