στορχάζειν
From LSJ
Greek (Liddell-Scott)
στορχάζειν: «εἰς σηκοὺς κατακλείειν τὰ βοσκήματα», καὶ «στορχάσω· συγκλείσω» Ἡσύχ. (ἴσως τὸ κοινολεκτούμενον στρεχιάζω).
Frisk Etymological English
Grammatical information: v.
Meaning: εἰς <ση>κοὺς κατακλείειν τὰ βοσκήματα, στορχάσω συγκλείσω, ἐστόρχαζον ἔκλειον H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Denominative of *στόρχος, -ή without etymology. Not (with Zubaty; s. Bq) to Russ. ostróg prison, strógij severe; s. Vasmer s. vv. -- Cf. ταρχύω.
Frisk Etymology German
στορχάζειν: {storkházein}
Grammar: v.
Meaning: εἰς <ση>κοὺς κατακλείειν τὰ βοσκήματα, στορχάσω· συγκλείσω, ἐστόρχαζον· ἔκλειον H.
Etymology : Denominativum von *στόρχος, -ή ohne Etymologie. Nicht (mit Zubaty; s. Bq) zu russ. ostróg Gefängnis, strógij streng; s. Vasmer s. vv. — Vgl. ταρχύω.
Page 2,804