Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συρόγαστρος

From LSJ

Βουλόμεθα πλουτεῖν πάντες, ἀλλ' οὐ δυνάμεθα → Ditescere omnes volumus, at non possumus → Wir wollen alle reich sein, doch wir können's nicht

Menander, Monostichoi, 64

Greek Monolingual

ὁ, Α
σύργαστρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. αντί του σύργαστρος / συργάστωρ (για ετυμολ. βλ. λ. σύργαστρος)].