Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συσχετίζω

From LSJ

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον → Not to be born is, past all prizing, best.

Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

Ν
1. σχετίζω κάτι με κάτι άλλο
2. (κατ' επέκτ.) αναζητώ ή καθορίζω την μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων ή πραγμάτων σχέση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + σχετίζω (< σχέση). Η λ. μαρτυρείται από το 1854 στον Παν. Χιώτη].