Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αναζητώ

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

(-έω) (Α ἀναζητῶ) (Ν και-άω)
1. ερευνώ επίμονα και προσεκτικά, εξετάζω, διερευνώ
2. ζητώ, ψάχνω επίμονα
νεοελλ.
επιδιώκω, ποθώ, επιθυμώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα- + ζητώ.
ΠΑΡ. αναζήτηση (-ις) νεοελλ. αναζητητής, αναζήτητος].