Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σφράγιση

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

η, Ν σφραγίζω
1. η ενέργεια του σφραγίζω, η επίθεση σφραγίδας
2. επίθεση αμαλγάματος σε τερηδονισμένο δόντι
3. (πολ. δικ.) θέση ειδικών σφραγίδων σε κατάλληλα σημεία ακινήτων ή κινητών πραγμάτων, ώστε να ελέγχεται το απαραβίαστο τών χώρων τους και τών πραγμάτων που οι χώροι αυτοί περιέχουν από κάθε μονομερή επέμβαση αφαίρεσης, αλλοίωσης ή αντικατάστασης τους
4. εκκλ. ο σφραγισμένος άρτος, το πρόσφορο.