σωματομαχώ
From LSJ
Εὔπειστον ἀνὴρ δυστυχὴς καὶ λυπούμενος → Concinnat luctus suspicacem et miseria → Leichtgläubig ist ein Mann im Unglück und im Leid
-έω, Α
αγωνίζομαι με κάποιον σε αθλητικό αγώνα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σῶμα, σώματος + -μαχῶ (< -μαχος < μάχομαι), πρβλ. θηριομαχώ].