Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σωματομαχώ

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

-έω, Α
αγωνίζομαι με κάποιον σε αθλητικό αγώνα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σῶμα, σώματος + -μαχῶ (< -μαχος < μάχομαι), πρβλ. θηριομαχώ].